ἐχέπωλος

ἐχέ-πωλος, ον,
A having horses, Hsch., Suid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχέπωλος — ἐχέπωλος, ον (Α) 1. (κατά το λεξ. Σούδα) «ὁ ἔχων ἵππους» 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἱππικός, ἱπποτρόφος». [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε * (< έχω I) + πώλος «πουλάρι»] …   Dictionary of Greek

  • Ἐχέπωλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέπωλος — having horses masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέπωλον — ἐχέπωλος having horses masc/fem acc sg ἐχέπωλος having horses neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐχέπωλοι — Ἐχέπωλος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέπωλοι — ἐχέπωλος having horses masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐχέπωλον — Ἐχέπωλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Echepólvs — ECHEPÓLVS, i, Gr. Ἐχέπωλος, ου, des Thalysus Sohn, ein guter Soldat, den aber Antilochus, als den ersten von den Trojanern, erlegete, und Elephenor hernach weg schleppete, allein auch darüber von dem Agenor hingerichtet wurde. Homer. Il. Δ. v.… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • εχε- — (ΑΜ ἐχε ). [ΕΤΥΜΟΛ. Τα σύνθ. με α συνθετικό εχε ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία τών συνθέτων με ρηματικό θ. ενεστ. ή αορ. ως α συνθετικό, παρ όλο που αναπτύχθηκαν πολλές απόψεις για την ερμηνεία τού σχηματισμού τους πρβλ. αρχέ κακος, εχέ θυμος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.